Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

[μακάρι] εγώ να σταματήσω να φυτοζωώ ή εσύ να βαρεθείς να κοιμάσαι μόνος σου?

Μας ρωτάει μωρέ η ζωή για να συνεχιστεί? Μας ζητάει την άδεια ο χρόνος για να εξακολουθήσει να κυλάει? Πίπες. Κανένας χρόνος δεν πρόκειται να κάτσει να σκεφτεί "α, κάτσε ρε συ, το χαμίνι εδώ αργοπεθαίνει μέσα του, έχει νεκρώσει, δε νιώθει, δεν αισθάνεται, δεν το αγγίζει τίποτα. Κάτσε να αράξω λίγο μέχρι να ξανανιώσει, κρίμα είναι το κορίτσι να χάνει τη ζωή που περνάει κάθε μέρα κι αυτό την αφήνει να ξεγλυστράει μέσα από τα δάχτυλά του."

Δεν πάει έτσι, σόρι. Ο χρόνος είναι στυγνός, η ζωή είναι αλύπητη, προχωράνε χωρίς έλεος, κι εσύ από δίπλα πασχίζεις να ακολουθήσεις τον τέλεια συγχρονισμένο βηματισμό τους. Κι αν κουραστείς? Κι αν απογοητευτείς? Κι αν τα δεις όλα μάταια, και κάτσεις αποκαμωμένος στην άκρη του δρόμου να πάρεις μια γαμημένη ανάσα, να ξαποστάσεις ρε αδερφέ, τι καταφέρνεις? Θα σου πω τι καταφέρνεις. Τίποτα. Μηδέν. Γίνεσαι θεατής παρελάσεων ετερόκλητων πραγμάτων, μουσικής και αέρα και βροχής στο πρόσωπο και στα μαλλιά, και αγγιγμάτων και ματιών και μυρωδιάς χειμώνα και καμένου ξύλου και ανελέητου κρύου που σου κρυφογελάει πίσω από τα νεροσύννεφα, κάτσε, δεν θα έρθει ακόμα, όπου να 'ναι, ναι, αλλά προς το παρόν χαλαρώνει και ετοιμάζεται.

Και κάθεσαι και τα κοιτάς, και θέλεις ρε πούστη, έστω από ένα απ' όλα να πιαστείς, να σκαρφαλώσεις στην πλάτη του για να συνεχίσεις κι εσύ στην πορεία αυτή, γιατί μόνος σου δεν μπορείς, κουράστηκες, θες κάποιον να σε κουβαλήσει και να σου χαϊδέψει το πρόσωπο και να σου πει "μπράβο, αυτό το έκανες σωστά" ή "μη σε νοιάζει, εγώ είμαι εδώ, βασίσου πάνω μου, θα φροντίσω εγώ να ισιώσεις".

Αλλά ξέρεις ποια είναι η μαλακία? Ο θεατής της παρέλασης είναι πάντα πίσω από το κάγκελο, η παρέλαση πάντα από την άλλη πλευρά. Και δεν φτάνεις να τα πιάσεις. Απλώνεις χέρια, πόδια, φωνάζεις, τσιρίζεις, κλαις, οδύρεσαι και χτυπιέσαι σα κακομαθημένο παλιόπαιδο αλλά η παρέλαση δε σου δίνει σημασία. Δε θα σου κάνει το χατίρι, προχωράει ακάθεκτη. Σιγά μη σταματήσει για την πάρτη σου, εδώ που τα λέμε, ποιος είσαι να ούμε?

Εσύ, φίλε, εσύ.
Εσύ πρέπει να πηδήξεις το κάγκελο για να τη φτάσεις.
Εσύ πρέπει να βρεις τη δύναμη να δώσεις ένα σάλτο και να βρεθείς καταμεσής της.
Εσύ πρέπει να κάνεις το άλμα, μόνο εσύ.

Εγώ? Εμένα τα πόδια μου είναι στο γύψο αυτή τη στιγμή, σόρι, άλλη φορά.