Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Αυλή πανεπιστημίου, ώρα 11:45. Περιμένοντας.

Κόκκινα κτίρια, μαύρα ρούχα.
Άνθρωποι.
Γυναίκες, τσιγάρα, παπούτσια, βιβλία.
Μόρφωση και αγάπη για ζωή.
Θρησκεία, τρόμος και δέος.
Ήλιος να ζεσταίνει το κορμί, υφάσματα να διώχνουνε το κρύο.
Η γύμνια μας κρυμμένη, η γύμνια μας το πιο ποθητό.
Όλοι αγαπούν, όλοι θέλουν να αγαπηθούν.
Τετράδια με λέξεις.
Μόνο για μας.
Η ζωή μας αναπνέει.
Κοίτα.

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Και οι σκέψεις μας να μας οδηγούν~

22 Μαϊου, ξημερώματα.
Δώσε της αγάπη. Θα σου δώσει τα πάντα. Δώσε της σκοτάδι. Θα ανάψει κεριά. Κι ένα τσιγάρο. Για την πάρτη της και μόνο. Γιατί μπορεί και μόνη της. Κι ας μπορεί καλύτερα με άλλους. Κι ας είναι οι άνθρωποί της το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή της. Μπορεί και μόνη, γιατί τους κρατάει μέσα της. Σε ένα ζεστό σημείο πλάι στην καρδιά της. Και είναι πάντα εκεί. Κι αυτοί που είναι κοντά, κι αυτοί που είναι μακριά, κι αυτοί που είναι τόσο μακριά που δεν θα ξανάρθουν πια. Όσο ζει αυτή, ζουν κι εκείνοι. Ζουν στα χαμόγελά της, ζουν στα μάτια της που προδίδουν το πότε είναι χαρούμενη, πότε είναι λυπημένη, πότε είναι ερωτευμένη. Ζουν στην αφή της, στα ψηλαφίσματα του κόσμου της, του μικροσκοπικού και πελώριου συνάμα. Στις ρουφηξιές απ΄το τσιγάρο της, στα γυμνά της πόδια που δροσίζονται αυτή τη στιγμή πλάι στο ανοιχτό παράθυρο. Στους στίχους που αγαπάει, στη φωνή της που τραγουδάει, στο εκστατικό της χαμόγελο όταν περιφέρεται ανάμεσα σε βιβλία. Αυτός είναι άλλωστε ο κόσμος της. Καρτ-ποστάλ και μουσικές, τσιγάρα, σκέψεις και βιβλία. Αγάπη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, σκόρπια γραπτά μουτζουρωμένα σε μικρά τετραδιάκια και παράταιρες κόλλες χαρτί. Δεν θέλει να σου πει πολλά. Δεν ξέρει δα και πολλά για να σου πει, είναι παιδί ακόμα. Ακόμα μαθαίνει να αγγίζει, ακόμα μαθαίνει να γελάει, ακόμα χάνεται σε ένα όμορφο βράδυ και στις μυρωδιές και τα τριξίματα ενός παλιού ξύλινου σπιτιού. Θέλει να μεγαλώσει, και δεν θέλει. Διψά να αντιμετωπίσει τον εαυτό της, να τον καθίσει απέναντι και να τα πούνε. Μα ίσως είναι νωρίς ακόμα. Τα βιολιά ακόμα παίζουν και ποτέ δεν διακόπτεις ένα κομμάτι μουσικής. Αφήνεται λοιπόν και πετά πάνω από θάλασσες, μουσκεύεται σε βροχές, πίνει, χορεύει και μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Θα φτάσει κάποτε, δεν μπορεί. Σας καληνυχτεί.

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

κι εκεί αλλάζουν όλα.

Πρέπει να είσαι πιο δυνατή από αυτό. Η ζωή συνεχίζεται, το έχουμε ξαναπεί, το τέλος του κόσμου είναι μακριά ακόμα, ή τουλάχιστον σίγουρα δεν είναι αυτό. Σε πονάει η αδιαφορία, το ξέρω, σε πληγώνει ο σταρχιδισμός κι ακόμα ίσως δεν μπορείς να το πιστέψεις, μα χώνεψέ το, κοριτσάκι, οι άνθρωποι συχνά θα σε απογοητεύουν. Μέριασε το παράπονο και φόρτσα τα πανιά ξανά.

Κι ας είναι άδικο, κι ας μη μπορείς να σταματήσεις να σκέφτεσαι το αν μαζί της θα στεριώσει, αν θα τον καταφέρει, τι είναι αυτό που κάνει τις άλλες να τους κρατάνε κι εσένα όχι. Κι ας θέλεις να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, κι ας θέλεις να γρατζουνιστείς και να ματώσεις, κι ας θέλεις να κάνεις κι άλλα πολλά που δεν θα αναφέρω, γιατί θα σε πούνε μανιοκαταθλιπτική και θα τρομάξουν, κοριτσάκι, κρίμα είναι τα παιδιά.

Κι ας θέλεις πάνω από όλα να πας ΣΠΙΤΙ. Στο σπίτι σου, στους ανθρώπους σου, στον αέρα που μυρίζει και τον αναγνωρίζεις, στο οικείο και το ασφαλές. Μα δεν είναι έτσι, πιτσιρίκα. Η φυγή δεν είναι του χαρακτήρα σου. Η έξοδος ναι, με το κεφάλι πάντα ψηλά. Μα όχι η φυγή. Σε αηδιάζει, είναι δειλεία κι εσύ δεν φτιάχτηκες για δραπέτης. Με κουτουλίδια στα εμπόδια θα ισιώσουμε ξανά, υπέροχε εαυτέ μου, στο υπογράφω.

Πάμε μπροστά.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Ξυπόλητη στο βρεγμένο γρασίδι~

Δως μου τα πατήματα, γιατί είμαι μικρή ακόμα και δεν ξέρω καθόλου πού πηγαίνω. Δεν έχω τρόπο να μάθω, μονάχα ζω στα ψηλαφιστά, οι λέξεις μου φεύγουν και γράφονται μόνες τους και αγαπιούνται από εμένα κι από τη ζωή μου την ίδια. Τα μάτια μου είναι δεμένα εξ επιλογής και κουτουλάω, σέρνομαι και χτυπώ στους τοίχους μέχρι να βρω το δρόμο μου. Γιατί έτσι έχω μάθει, να μην ζητώ βοήθεια για να ζήσω, μονάχα να αφήνω τη ροή των πραγμάτων να με συνεπαίρνει και να με ξεβράζει σε διαπιστώσεις και σε εκ των υστέρων αναλογισμούς και συμπεράσματα. Το μέρος μου είναι εδώ, είναι προσωρινό και αναλώσιμο, μα ποτέ δεν το ένιωσα πιο αληθινό, πιο καίριο και απτό. Η ζωή μυρίζει, την ακουμπώ και την νιώθω με όλες μου τις αισθήσεις. Κι ας συνεχίζω να ζω με επιφυλάξεις, κι ας κρατάω τις άμυνές μου και το μυαλό μου στη θέση του. Ακόμα κι έτσι, η αλήθεια είναι ότι όλο μου το είναι εκρήγνυται και σφύζει από ζωή και αίσθηση. Κι ας είμαι ακόμα μικρή και αδαής. Ευγνωμωνώ τη ζωή.

Τις καληνύχτες μου στους όμορφους ανθρώπους.

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

hey, universe, fuck off

Χωρίς παρακινδυνευμένα λόγια, μεγάλες γενικεύσεις και τρανταχτές δηλώσεις, και γενικότερα χωρίς πολλά πολλά γιατί τελικά ίσως ο μετρημένος και λιγομίλητος άνθρωπος είναι και ο πιο σοφός, καθώς σιωπεί, αναμασά τις σκέψεις του και τις δρομολογεί, τις αφήνει να ωριμάσουν και τις φέρνει βόλτα στο κεφάλι του πάνω κάτω και πάνω κάτω και πάνω κάτω μέχρι να μεστώσουν. Χωρίς, λοιπόν, πολλά στα περαιτέρω, ακολουθεί η παρακάτω διαπίστωσις, που στην τελική μπορεί να αποδειχθεί κι αυτή μια μπούρδα και μισή, καθώς, φίλτατοι, 21 χρονών είμαστε και κάτι ψιλάδια, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ξέρουμε τι μας γίνεται?

Διαπίστωσις χαμινιού #1:
Τhere was some stuff Ι should have seen, but I pretended not to see. Now all I can see is what could have been, had I not pretended not to see what was there for me to see.

No further questions, thank you.


Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Και δε με νοιάζει που δεν είναι σωστό να αρχίζεις πρόταση με το "και".

Και ναι. Να ανάβεις το τσιγάρο με σπίρτο αντί για αναπτήρα. Και να ρίχνεις τη στάχτη στο πάτωμα και να μη σε νοιάζει. Και να ακούς τα πουλιά απ' έξω και να λες "ρε πούστη, ξημερώνει?" και να είναι μόνο δώδεκα η ώρα. Και να πηδιέσαι με τον άνθρωπο που σου ρήμαξε την ψυχή και το ξέρει, του το έχεις πει αυτολεξεί, και να φεύγεις από το σπίτι του γελώντας, γιατί έτσι συνηθίσατε εσείς οι δύο, όπου ο ένας λέει "μαύρο" και φρικάρει και τρελαίνεται, η άλλη βροντοφωνάζει "άσπρο" και ανοίγει την πόρτα και φεύγει και γελάει.

Και κλείνει το μάτι στο φεγγάρι. Γιατί εκείνο ξέρει. Μόνο εκείνο ξέρει. Και αν αυτό που λαμβάνει χώρα μέσα της αυτή τη στιγμή την ωθεί να κλείσει το μάτι στο φεγγάρι και να του χαμογελάσει λοξά, τότε εγώ το εμπιστεύομαι. Θα τη βγάλει κάπου, δε μπορεί. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε και δεν ξέρω γιατί. Μα έμαθα να μη με νοιάζει. Δεν ξέρω αν έχω αλλάξει, αν έχω νεκρώσει ή αν έχω απλώς μουδιάσει και θα μου σκάσει το κύμα μεγαλειωδώς στη μάπα σε ανύποπτη στιγμή. Ξέρω όμως ότι δεν θα κάτσω να το ψάξω. Πάω, κι όπου με βγάλει. Με δεμένα μάτια, ναι.

Τι? Και πού ξέρω πού θα καταλήξω? Μα δε με νοιάζει, ρε φίλε. Όπου. Και στην τελική, τα χέρια διακοσμητικά τα έχω? Στα ψηλαφιστά. Σηκώσαμε μπαϊράκι.

Εβίβα, μάγκες.

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

[μακάρι] εγώ να σταματήσω να φυτοζωώ ή εσύ να βαρεθείς να κοιμάσαι μόνος σου?

Μας ρωτάει μωρέ η ζωή για να συνεχιστεί? Μας ζητάει την άδεια ο χρόνος για να εξακολουθήσει να κυλάει? Πίπες. Κανένας χρόνος δεν πρόκειται να κάτσει να σκεφτεί "α, κάτσε ρε συ, το χαμίνι εδώ αργοπεθαίνει μέσα του, έχει νεκρώσει, δε νιώθει, δεν αισθάνεται, δεν το αγγίζει τίποτα. Κάτσε να αράξω λίγο μέχρι να ξανανιώσει, κρίμα είναι το κορίτσι να χάνει τη ζωή που περνάει κάθε μέρα κι αυτό την αφήνει να ξεγλυστράει μέσα από τα δάχτυλά του."

Δεν πάει έτσι, σόρι. Ο χρόνος είναι στυγνός, η ζωή είναι αλύπητη, προχωράνε χωρίς έλεος, κι εσύ από δίπλα πασχίζεις να ακολουθήσεις τον τέλεια συγχρονισμένο βηματισμό τους. Κι αν κουραστείς? Κι αν απογοητευτείς? Κι αν τα δεις όλα μάταια, και κάτσεις αποκαμωμένος στην άκρη του δρόμου να πάρεις μια γαμημένη ανάσα, να ξαποστάσεις ρε αδερφέ, τι καταφέρνεις? Θα σου πω τι καταφέρνεις. Τίποτα. Μηδέν. Γίνεσαι θεατής παρελάσεων ετερόκλητων πραγμάτων, μουσικής και αέρα και βροχής στο πρόσωπο και στα μαλλιά, και αγγιγμάτων και ματιών και μυρωδιάς χειμώνα και καμένου ξύλου και ανελέητου κρύου που σου κρυφογελάει πίσω από τα νεροσύννεφα, κάτσε, δεν θα έρθει ακόμα, όπου να 'ναι, ναι, αλλά προς το παρόν χαλαρώνει και ετοιμάζεται.

Και κάθεσαι και τα κοιτάς, και θέλεις ρε πούστη, έστω από ένα απ' όλα να πιαστείς, να σκαρφαλώσεις στην πλάτη του για να συνεχίσεις κι εσύ στην πορεία αυτή, γιατί μόνος σου δεν μπορείς, κουράστηκες, θες κάποιον να σε κουβαλήσει και να σου χαϊδέψει το πρόσωπο και να σου πει "μπράβο, αυτό το έκανες σωστά" ή "μη σε νοιάζει, εγώ είμαι εδώ, βασίσου πάνω μου, θα φροντίσω εγώ να ισιώσεις".

Αλλά ξέρεις ποια είναι η μαλακία? Ο θεατής της παρέλασης είναι πάντα πίσω από το κάγκελο, η παρέλαση πάντα από την άλλη πλευρά. Και δεν φτάνεις να τα πιάσεις. Απλώνεις χέρια, πόδια, φωνάζεις, τσιρίζεις, κλαις, οδύρεσαι και χτυπιέσαι σα κακομαθημένο παλιόπαιδο αλλά η παρέλαση δε σου δίνει σημασία. Δε θα σου κάνει το χατίρι, προχωράει ακάθεκτη. Σιγά μη σταματήσει για την πάρτη σου, εδώ που τα λέμε, ποιος είσαι να ούμε?

Εσύ, φίλε, εσύ.
Εσύ πρέπει να πηδήξεις το κάγκελο για να τη φτάσεις.
Εσύ πρέπει να βρεις τη δύναμη να δώσεις ένα σάλτο και να βρεθείς καταμεσής της.
Εσύ πρέπει να κάνεις το άλμα, μόνο εσύ.

Εγώ? Εμένα τα πόδια μου είναι στο γύψο αυτή τη στιγμή, σόρι, άλλη φορά.