Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Και δε με νοιάζει που δεν είναι σωστό να αρχίζεις πρόταση με το "και".

Και ναι. Να ανάβεις το τσιγάρο με σπίρτο αντί για αναπτήρα. Και να ρίχνεις τη στάχτη στο πάτωμα και να μη σε νοιάζει. Και να ακούς τα πουλιά απ' έξω και να λες "ρε πούστη, ξημερώνει?" και να είναι μόνο δώδεκα η ώρα. Και να πηδιέσαι με τον άνθρωπο που σου ρήμαξε την ψυχή και το ξέρει, του το έχεις πει αυτολεξεί, και να φεύγεις από το σπίτι του γελώντας, γιατί έτσι συνηθίσατε εσείς οι δύο, όπου ο ένας λέει "μαύρο" και φρικάρει και τρελαίνεται, η άλλη βροντοφωνάζει "άσπρο" και ανοίγει την πόρτα και φεύγει και γελάει.

Και κλείνει το μάτι στο φεγγάρι. Γιατί εκείνο ξέρει. Μόνο εκείνο ξέρει. Και αν αυτό που λαμβάνει χώρα μέσα της αυτή τη στιγμή την ωθεί να κλείσει το μάτι στο φεγγάρι και να του χαμογελάσει λοξά, τότε εγώ το εμπιστεύομαι. Θα τη βγάλει κάπου, δε μπορεί. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε και δεν ξέρω γιατί. Μα έμαθα να μη με νοιάζει. Δεν ξέρω αν έχω αλλάξει, αν έχω νεκρώσει ή αν έχω απλώς μουδιάσει και θα μου σκάσει το κύμα μεγαλειωδώς στη μάπα σε ανύποπτη στιγμή. Ξέρω όμως ότι δεν θα κάτσω να το ψάξω. Πάω, κι όπου με βγάλει. Με δεμένα μάτια, ναι.

Τι? Και πού ξέρω πού θα καταλήξω? Μα δε με νοιάζει, ρε φίλε. Όπου. Και στην τελική, τα χέρια διακοσμητικά τα έχω? Στα ψηλαφιστά. Σηκώσαμε μπαϊράκι.

Εβίβα, μάγκες.

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

[μακάρι] εγώ να σταματήσω να φυτοζωώ ή εσύ να βαρεθείς να κοιμάσαι μόνος σου?

Μας ρωτάει μωρέ η ζωή για να συνεχιστεί? Μας ζητάει την άδεια ο χρόνος για να εξακολουθήσει να κυλάει? Πίπες. Κανένας χρόνος δεν πρόκειται να κάτσει να σκεφτεί "α, κάτσε ρε συ, το χαμίνι εδώ αργοπεθαίνει μέσα του, έχει νεκρώσει, δε νιώθει, δεν αισθάνεται, δεν το αγγίζει τίποτα. Κάτσε να αράξω λίγο μέχρι να ξανανιώσει, κρίμα είναι το κορίτσι να χάνει τη ζωή που περνάει κάθε μέρα κι αυτό την αφήνει να ξεγλυστράει μέσα από τα δάχτυλά του."

Δεν πάει έτσι, σόρι. Ο χρόνος είναι στυγνός, η ζωή είναι αλύπητη, προχωράνε χωρίς έλεος, κι εσύ από δίπλα πασχίζεις να ακολουθήσεις τον τέλεια συγχρονισμένο βηματισμό τους. Κι αν κουραστείς? Κι αν απογοητευτείς? Κι αν τα δεις όλα μάταια, και κάτσεις αποκαμωμένος στην άκρη του δρόμου να πάρεις μια γαμημένη ανάσα, να ξαποστάσεις ρε αδερφέ, τι καταφέρνεις? Θα σου πω τι καταφέρνεις. Τίποτα. Μηδέν. Γίνεσαι θεατής παρελάσεων ετερόκλητων πραγμάτων, μουσικής και αέρα και βροχής στο πρόσωπο και στα μαλλιά, και αγγιγμάτων και ματιών και μυρωδιάς χειμώνα και καμένου ξύλου και ανελέητου κρύου που σου κρυφογελάει πίσω από τα νεροσύννεφα, κάτσε, δεν θα έρθει ακόμα, όπου να 'ναι, ναι, αλλά προς το παρόν χαλαρώνει και ετοιμάζεται.

Και κάθεσαι και τα κοιτάς, και θέλεις ρε πούστη, έστω από ένα απ' όλα να πιαστείς, να σκαρφαλώσεις στην πλάτη του για να συνεχίσεις κι εσύ στην πορεία αυτή, γιατί μόνος σου δεν μπορείς, κουράστηκες, θες κάποιον να σε κουβαλήσει και να σου χαϊδέψει το πρόσωπο και να σου πει "μπράβο, αυτό το έκανες σωστά" ή "μη σε νοιάζει, εγώ είμαι εδώ, βασίσου πάνω μου, θα φροντίσω εγώ να ισιώσεις".

Αλλά ξέρεις ποια είναι η μαλακία? Ο θεατής της παρέλασης είναι πάντα πίσω από το κάγκελο, η παρέλαση πάντα από την άλλη πλευρά. Και δεν φτάνεις να τα πιάσεις. Απλώνεις χέρια, πόδια, φωνάζεις, τσιρίζεις, κλαις, οδύρεσαι και χτυπιέσαι σα κακομαθημένο παλιόπαιδο αλλά η παρέλαση δε σου δίνει σημασία. Δε θα σου κάνει το χατίρι, προχωράει ακάθεκτη. Σιγά μη σταματήσει για την πάρτη σου, εδώ που τα λέμε, ποιος είσαι να ούμε?

Εσύ, φίλε, εσύ.
Εσύ πρέπει να πηδήξεις το κάγκελο για να τη φτάσεις.
Εσύ πρέπει να βρεις τη δύναμη να δώσεις ένα σάλτο και να βρεθείς καταμεσής της.
Εσύ πρέπει να κάνεις το άλμα, μόνο εσύ.

Εγώ? Εμένα τα πόδια μου είναι στο γύψο αυτή τη στιγμή, σόρι, άλλη φορά.

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

όταν η καρδιά θέλει [να γράψεις] μα το μυαλό δεν μπορεί.

αστείο πράγμα η ζωή. εύθραυστη, αβέβαιη, μοναδική. δεν ξες ποτέ τι σου ξημερώνει. σε ζορίζει, σε πονάει, σε τραβολογάει, σε χτυπάει. και την άλλη μέρα σε σηκώνει, σου χαμογελάει, σου χαρίζεται. παραλογίζομαι και μόνο που σκέφτομαι το βάθος κάποιων πραγμάτων. παρανοώ, χαώνομαι. αστείο πράγμα. μια τεράστια πλάκα, μάλλον.

πάρτε με σε κάποια άλλη εποχή, σας ικετεύω.

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά, καζάνια, δάκρυα κι αμαρτίες.

Περνάς με το τρένο από την καθημερινή διαδρομή , την οικεία, κι εκεί που χαζεύεις από το παράθυρο τη γνωστή πια στο μάτι εγκαταλελειμμένη αλάνα, βλέπεις στη μέση της ένα παρατημένο αναπηρικό καροτσάκι. Δεν ήταν εκεί την περασμένη εβδομάδα. Και κάτι ακόμα. Το παρακεί αντίσκηνο κάποιου αστέγου που ΗΤΑΝ εκεί την περασμένη εβδομάδα, σήμερα στέκει διαλυμμένο, ηττημένο, ένα με τη γη.
Μπαμ! Δύο τόσο μικρά ερεθίσματα και το μυαλό σου ήδη τρέχει. Τι μπορεί να έχει συμβεί? Ποια φανταστική ιστορία μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτα τα απομεινάρια, ποιες πράξεις προδίδουν αυτά τα στοιχεία, σιωπηλά ένοχα μέσα στην αθώα και άψυχη ακινησία τους? Ποιοι άνθρωποι μπορεί να εμπλέκονται σε αυτό το παιχνίδι βίας και αγωνίας που έχεις στήσει στο μυαλό σου? ΤΙ άνθρωποι είναι αυτοί, που πλέκουν δαιδαλώδη, μυστηριακά μονοπάτια, ανακατώνοντας τις ζωές τους με τις ζωές κάποιοων άλλων? Κι εσύ? Η δική σου ζωή γιατί να είναι στην απ΄έξω? Δε κατάλαβα δηλαδή. Γιατί να μην είσαι κι εσύ μέσα σ' αυτό το καζάνι στιγμών, εμπειριών και συναισθημάτων?
Μεγάλος ο κόσμος, ε, ψηλάκι? Τόσα και τόσα περνούν και χάνονται στην σφαίρα της λήθης, απλά και μόνο επειδή βρίσκονται έξω από το οπτικό σου πεδίο, το μικρόκοσμό σου, μακριά από το δικό σου καζάνι που βράζει και κοχλάζει και μαίνεται με στιγμές, με δάκρυα και φάσματα. Σάμπως μπορείς να κάνεις και τίποτα γι' αυτό?
Καθείς στο καζάνι του, λοιπόν. Όπως του πρέπει. Σωστά? Μπααα.

Άκου με προσεκτικά. Είσαι στο καζάνι σου ωραία και καλά, ναι? Την αράζεις εκεί, τη βρίσκεις με τα δικά σου πράγματα και είσαι κομπλέ. Μα άκου λιγάκι κι εδώ. Αν βγάλεις λίγο τη μύτη σου έξω από το χείλος της χύτρας, αν ξεπροβάλλεις λιγουλάκι την χοντροκεφάλα σου, μόνο για μια στιγμή, τότε guess what. Ο αέρας θα σου φερει μυρωδιές από άλλα καζάνια, τα μάτια σου θα δουν πώς χορεύουν οι φλόγες κάτω από άλλες χύτρες, τα χείλη σου θα γευτούν την αρμύρα από δάκρυα αλλιώτικα από τα δικά σου, αλλιώτικα πικρά, αλλιώτικα ευτυχισμένα μα, πίστεψε με, το ίδιο ακριβώς αληθινά. Και αυτή η αλήθεια, καλό μου, κρύβει όλη τη μαγεία του ρημάδη τούτου κόσμου.
Τι είπες? Φοβάσαι να βγάλεις το κεφάλι έξω? Τι φοβάσαι βρε χαμίνι? Δε σου προσφέρει προστασία το καζάνι σου, εσύ την προσφέρεις σε αυτό. Το 'πιασες? Ωραία. Πάμε τώρα. Πάμε σου λέω, τελείωνε. Κεφάλι έξω, βαθιά ανάσα και φύγαμε. Με εμπιστεύεσαι?


Και η σουρρεαλιστική φράση της ημέρας: "Αρχίδια Αλαντίν, κι ο κόσμος σου απόθανε."
http://www.youtube.com/watch?v=sVxUUotm1P4

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

together we're invincible.

Λοιπόν. Κάπως τα έχω καταφέρει και ενώ από το παράθυρό μου συνήθως βλέπω μόνο μίζερες πολυκατοικίες, σήμερα έχω πετύχει το μικρό κομμάτι ουρανού που φιλοξενεί το φεγγάρι. Έχω λοιπόν la luna πρώτο πιάτο και γουστάρω ατελείωτα. Γιατί πάντα είχαμε ιδιαίτερη σχέση με την εν λόγω κυρία, της μιλάω και είναι στοιχείο του δικού μου χαρακτήρα να θεωρώ ότι μου απαντάει. Και άπαξ και το πιστεύω, τότε αυτόματα ισχύει κιόλας. Της κλείνω το μάτι, λοιπόν, και αρχινάω.

Πιστεύεις στη δύναμη της θέλησης? Και μη μου αρχίσεις τις κουταμάρες του τύπου "όταν θέλεις κάτι πολύ το σύμπαν συνωμοτεί υπέρ σου/συνωμοτεί εναντίον σου/κάνει την πάπια/κάνει 15 τούμπες και 3 κατακόρυφους" και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Εγώ ξέρω ότι όταν θέλεις κάτι πολύ και έχεις το μυαλό σου μέσα στο κεφάλι σου και τα ποδάρια σου να πατάνε γερά πάνω στη γη, τότε αυτό που θέλεις θα γίνει, τα πράγματα θα ρέουν καλώς, όλα θα είναι ρόδινα με αγάπες και λουλούδια, ξέρεις. Βάλε βέβαια μέσα και τον παράγοντα ότι θα είσαι πάντα εσύ, θα μένεις πάντα ο εαυτός σου που ξέρει τι θέλει και δεν παραλογίζεται και αλλάζει αυτό που είναι χάριν καταστάσεων. Διότι όταν μια χημεία δουλεύει και προχωράει στρωτά, αλλάζοντάς την όταν αλλάζουν οι συνθήκες αποσυντονίζεις τον εαυτό σου, αποσυντονίζεις τον άλλον και αποσυντονίζεις και το πολύ αγαπητό μας σύμπαν, το οποίο έτσι έχει μάθει τώρα, τι να κάνουμε, δε θα του τα αλλάξεις εσύ, κύριε!

Οπότε, αγαπητέ μου αναγνώστη, δώσε βάση: τα πράγματα είναι απλά. Θέλει θετική διάθεση, πίστη σε αυτό που προσπαθείς, χαμόγελα, γέλια, υπομονή, επιμονή και ομορφιά. Αυθορμητισμό και αληθινότητα. Ντάξει, δεν υπάρχει η λέξη, μη με σκοτίζεις. Κατάλαβες τι ήθελα να πω, όμως, έτσι δεν είναι?

Γιατί η μαγεία θέλει και προσμονή. Και η προσμονή κρύβει μαγεία. Μα είναι αλληλένδετα, δεν το βλέπεις?


Κυριακή 16 Μαΐου 2010

but i'll never get used to not living next door to Alice.

Μπορείς να νικήσεις πολλά πράγματα σε αυτή τη ζωή. Γιατί αυτή η ζωή ακριβώς είναι μια συνεχόμενη μάχη, ένας αγώνας, μια αέναη ροή μικρών πολέμων. Μπορείς να είσαι δυνατός, να νιώθεις ανίκητος, να έχεις όλα τα φόντα για να κατακτήσεις τον κόσμο. Που στην ουσία βέβαια, δεν κατακτάς τον κόσμο ολάκερο, μα μοναχά τον κόσμο σου. Το δικό σου, ολόδικό σου μικρόκοσμο.

Υπάρχει όμως ένα πράγμα που δεν μπορείς να το νικήσεις. Αυτό είναι ο θάνατος. Δεν σου λέω ότι τον φοβάμαι, δεν ξέρω καν αν τον φοβάμαι, δεν έχω κάτσει ποτέ να το σκεφτώ στα σοβαρά, είμαι παιδί μικρό ακόμα. Όμως να που χτες το πρωί προσπέρασα στο δρόμο τυχαία τον Κώστα Βουτσά, παλαιό φίλο της λατρεμένης μου γιαγιάς, και οι αναμνήσεις αυτής με χτύπησαν σαν κεραυνός. Και εκεί είναι που σου δημιουγείται το αίσθημα της απόγνωσης, σε πιάνει απελπισία γιατί δεν υπάρχει ΤΙΠΟΤΑ που να μπορείς να κάνεις για να αντιστρέψεις το θάνατο. Δεν υπάρχει διέξοδος, δεν υπάρχει ανατροπή, δεν έχει παραθυράκια, πώς το λένε. Είναι αυτό. Το μεγάλο, κτηνώδες ίσως ΤΕΛΟΣ. Και δεν μπορείς να το συνηθίσεις ΠΟΤΕ.

Στεναχωρέθηκα, δε θα σου πω ψέμματα. Και όπως πάντα το προικισμένο μου μυαλό με οδήγησε αλυσιδωτά σε άλλες σκέψεις, που αφορούν τις σχέσεις των ανθρώπων, τα δεσίματα και τις εξαρτήσεις που επιτρέπουμε να δημιουργηθούν και στο κατα πόσο είναι σόφρων να το αφήνουμε να γίνεται αυτό. Κακή σκέψη. Κυνική, αναίσθητη, τρομακτική, θα τολμούσα να πω. Δεν μου αρέσει. Μα δεν μπορώ να την εμποδίσω.

Ζήστε, παίδες, ζήστε έντονα και αληθινά, γιατί... Δεν θα το πω. Ξέρετε τη συνέχεια. Δεν είναι πεσσιμισμός. Αυτογνωσία είναι. Χαμογελώ. Εις το επανιδείν.

http://www.youtube.com/watch?v=wcVLeUFW-AM

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

brain overload.

Σήμερα η πόλη με έπνιξε. Τα κτίρια με κυκλώσανε και μου ουρλιάζαν στο αυτί λόγια που αλήθεια δεν θέλεις να τα ακούσεις. Χόρευαν γύρω μου έναν χορό διαστροφικού θριάμβου κι εγώ στεκόμουν ανάμεσα, ανήμπορη να βρω μια διέξοδο.

Σήμερα το σώμα μου αρνούνταν να συνυπάρξει μαζί μου. Η ανάσα μου έδιωχνε τα τσιγάρα, μα εγώ μ'αυτό το ολόδικό μου μόρτικο πείσμα της τα επέβαλα. Κι εκείνη με τιμώρησε με μια σατανική ηδονή, φτύνοντας με μίσος το είναι μου κατάχαμα, πλάι σε πεσμένα φύλλα και σε σκουριασμένα κλειδιά που δεν βρήκαν ποτέ τη σωστή τους κλειδαριά.

Σήμερα οι αύρες με ρημάξανε. Γελούσαν στα μούτρα μου, σε ανοιχτή πολιορκία με τα θέλω μου, εκείνα τα θέλω που 'ναι σαν τα τριαντάφυλλα τα βαθυκόκκινα, τα πληγωμένα από αμείλικτα αγκάθια, που ίσως να 'ναι και τα ίδια τα δικά τους, στ' αλήθεια δεν ξέρω να σου πω.

Σήμερα ο κόσμος με πολέμησε και βγήκε νικητής.