Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

but i'll never get used to not living next door to Alice.

Μπορείς να νικήσεις πολλά πράγματα σε αυτή τη ζωή. Γιατί αυτή η ζωή ακριβώς είναι μια συνεχόμενη μάχη, ένας αγώνας, μια αέναη ροή μικρών πολέμων. Μπορείς να είσαι δυνατός, να νιώθεις ανίκητος, να έχεις όλα τα φόντα για να κατακτήσεις τον κόσμο. Που στην ουσία βέβαια, δεν κατακτάς τον κόσμο ολάκερο, μα μοναχά τον κόσμο σου. Το δικό σου, ολόδικό σου μικρόκοσμο.

Υπάρχει όμως ένα πράγμα που δεν μπορείς να το νικήσεις. Αυτό είναι ο θάνατος. Δεν σου λέω ότι τον φοβάμαι, δεν ξέρω καν αν τον φοβάμαι, δεν έχω κάτσει ποτέ να το σκεφτώ στα σοβαρά, είμαι παιδί μικρό ακόμα. Όμως να που χτες το πρωί προσπέρασα στο δρόμο τυχαία τον Κώστα Βουτσά, παλαιό φίλο της λατρεμένης μου γιαγιάς, και οι αναμνήσεις αυτής με χτύπησαν σαν κεραυνός. Και εκεί είναι που σου δημιουγείται το αίσθημα της απόγνωσης, σε πιάνει απελπισία γιατί δεν υπάρχει ΤΙΠΟΤΑ που να μπορείς να κάνεις για να αντιστρέψεις το θάνατο. Δεν υπάρχει διέξοδος, δεν υπάρχει ανατροπή, δεν έχει παραθυράκια, πώς το λένε. Είναι αυτό. Το μεγάλο, κτηνώδες ίσως ΤΕΛΟΣ. Και δεν μπορείς να το συνηθίσεις ΠΟΤΕ.

Στεναχωρέθηκα, δε θα σου πω ψέμματα. Και όπως πάντα το προικισμένο μου μυαλό με οδήγησε αλυσιδωτά σε άλλες σκέψεις, που αφορούν τις σχέσεις των ανθρώπων, τα δεσίματα και τις εξαρτήσεις που επιτρέπουμε να δημιουργηθούν και στο κατα πόσο είναι σόφρων να το αφήνουμε να γίνεται αυτό. Κακή σκέψη. Κυνική, αναίσθητη, τρομακτική, θα τολμούσα να πω. Δεν μου αρέσει. Μα δεν μπορώ να την εμποδίσω.

Ζήστε, παίδες, ζήστε έντονα και αληθινά, γιατί... Δεν θα το πω. Ξέρετε τη συνέχεια. Δεν είναι πεσσιμισμός. Αυτογνωσία είναι. Χαμογελώ. Εις το επανιδείν.

http://www.youtube.com/watch?v=wcVLeUFW-AM

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

brain overload.

Σήμερα η πόλη με έπνιξε. Τα κτίρια με κυκλώσανε και μου ουρλιάζαν στο αυτί λόγια που αλήθεια δεν θέλεις να τα ακούσεις. Χόρευαν γύρω μου έναν χορό διαστροφικού θριάμβου κι εγώ στεκόμουν ανάμεσα, ανήμπορη να βρω μια διέξοδο.

Σήμερα το σώμα μου αρνούνταν να συνυπάρξει μαζί μου. Η ανάσα μου έδιωχνε τα τσιγάρα, μα εγώ μ'αυτό το ολόδικό μου μόρτικο πείσμα της τα επέβαλα. Κι εκείνη με τιμώρησε με μια σατανική ηδονή, φτύνοντας με μίσος το είναι μου κατάχαμα, πλάι σε πεσμένα φύλλα και σε σκουριασμένα κλειδιά που δεν βρήκαν ποτέ τη σωστή τους κλειδαριά.

Σήμερα οι αύρες με ρημάξανε. Γελούσαν στα μούτρα μου, σε ανοιχτή πολιορκία με τα θέλω μου, εκείνα τα θέλω που 'ναι σαν τα τριαντάφυλλα τα βαθυκόκκινα, τα πληγωμένα από αμείλικτα αγκάθια, που ίσως να 'ναι και τα ίδια τα δικά τους, στ' αλήθεια δεν ξέρω να σου πω.

Σήμερα ο κόσμος με πολέμησε και βγήκε νικητής.