Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Και δε με νοιάζει που δεν είναι σωστό να αρχίζεις πρόταση με το "και".

Και ναι. Να ανάβεις το τσιγάρο με σπίρτο αντί για αναπτήρα. Και να ρίχνεις τη στάχτη στο πάτωμα και να μη σε νοιάζει. Και να ακούς τα πουλιά απ' έξω και να λες "ρε πούστη, ξημερώνει?" και να είναι μόνο δώδεκα η ώρα. Και να πηδιέσαι με τον άνθρωπο που σου ρήμαξε την ψυχή και το ξέρει, του το έχεις πει αυτολεξεί, και να φεύγεις από το σπίτι του γελώντας, γιατί έτσι συνηθίσατε εσείς οι δύο, όπου ο ένας λέει "μαύρο" και φρικάρει και τρελαίνεται, η άλλη βροντοφωνάζει "άσπρο" και ανοίγει την πόρτα και φεύγει και γελάει.

Και κλείνει το μάτι στο φεγγάρι. Γιατί εκείνο ξέρει. Μόνο εκείνο ξέρει. Και αν αυτό που λαμβάνει χώρα μέσα της αυτή τη στιγμή την ωθεί να κλείσει το μάτι στο φεγγάρι και να του χαμογελάσει λοξά, τότε εγώ το εμπιστεύομαι. Θα τη βγάλει κάπου, δε μπορεί. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε και δεν ξέρω γιατί. Μα έμαθα να μη με νοιάζει. Δεν ξέρω αν έχω αλλάξει, αν έχω νεκρώσει ή αν έχω απλώς μουδιάσει και θα μου σκάσει το κύμα μεγαλειωδώς στη μάπα σε ανύποπτη στιγμή. Ξέρω όμως ότι δεν θα κάτσω να το ψάξω. Πάω, κι όπου με βγάλει. Με δεμένα μάτια, ναι.

Τι? Και πού ξέρω πού θα καταλήξω? Μα δε με νοιάζει, ρε φίλε. Όπου. Και στην τελική, τα χέρια διακοσμητικά τα έχω? Στα ψηλαφιστά. Σηκώσαμε μπαϊράκι.

Εβίβα, μάγκες.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

[μακάρι] εγώ να σταματήσω να φυτοζωώ ή εσύ να βαρεθείς να κοιμάσαι μόνος σου?

Μας ρωτάει μωρέ η ζωή για να συνεχιστεί? Μας ζητάει την άδεια ο χρόνος για να εξακολουθήσει να κυλάει? Πίπες. Κανένας χρόνος δεν πρόκειται να κάτσει να σκεφτεί "α, κάτσε ρε συ, το χαμίνι εδώ αργοπεθαίνει μέσα του, έχει νεκρώσει, δε νιώθει, δεν αισθάνεται, δεν το αγγίζει τίποτα. Κάτσε να αράξω λίγο μέχρι να ξανανιώσει, κρίμα είναι το κορίτσι να χάνει τη ζωή που περνάει κάθε μέρα κι αυτό την αφήνει να ξεγλυστράει μέσα από τα δάχτυλά του."

Δεν πάει έτσι, σόρι. Ο χρόνος είναι στυγνός, η ζωή είναι αλύπητη, προχωράνε χωρίς έλεος, κι εσύ από δίπλα πασχίζεις να ακολουθήσεις τον τέλεια συγχρονισμένο βηματισμό τους. Κι αν κουραστείς? Κι αν απογοητευτείς? Κι αν τα δεις όλα μάταια, και κάτσεις αποκαμωμένος στην άκρη του δρόμου να πάρεις μια γαμημένη ανάσα, να ξαποστάσεις ρε αδερφέ, τι καταφέρνεις? Θα σου πω τι καταφέρνεις. Τίποτα. Μηδέν. Γίνεσαι θεατής παρελάσεων ετερόκλητων πραγμάτων, μουσικής και αέρα και βροχής στο πρόσωπο και στα μαλλιά, και αγγιγμάτων και ματιών και μυρωδιάς χειμώνα και καμένου ξύλου και ανελέητου κρύου που σου κρυφογελάει πίσω από τα νεροσύννεφα, κάτσε, δεν θα έρθει ακόμα, όπου να 'ναι, ναι, αλλά προς το παρόν χαλαρώνει και ετοιμάζεται.

Και κάθεσαι και τα κοιτάς, και θέλεις ρε πούστη, έστω από ένα απ' όλα να πιαστείς, να σκαρφαλώσεις στην πλάτη του για να συνεχίσεις κι εσύ στην πορεία αυτή, γιατί μόνος σου δεν μπορείς, κουράστηκες, θες κάποιον να σε κουβαλήσει και να σου χαϊδέψει το πρόσωπο και να σου πει "μπράβο, αυτό το έκανες σωστά" ή "μη σε νοιάζει, εγώ είμαι εδώ, βασίσου πάνω μου, θα φροντίσω εγώ να ισιώσεις".

Αλλά ξέρεις ποια είναι η μαλακία? Ο θεατής της παρέλασης είναι πάντα πίσω από το κάγκελο, η παρέλαση πάντα από την άλλη πλευρά. Και δεν φτάνεις να τα πιάσεις. Απλώνεις χέρια, πόδια, φωνάζεις, τσιρίζεις, κλαις, οδύρεσαι και χτυπιέσαι σα κακομαθημένο παλιόπαιδο αλλά η παρέλαση δε σου δίνει σημασία. Δε θα σου κάνει το χατίρι, προχωράει ακάθεκτη. Σιγά μη σταματήσει για την πάρτη σου, εδώ που τα λέμε, ποιος είσαι να ούμε?

Εσύ, φίλε, εσύ.
Εσύ πρέπει να πηδήξεις το κάγκελο για να τη φτάσεις.
Εσύ πρέπει να βρεις τη δύναμη να δώσεις ένα σάλτο και να βρεθείς καταμεσής της.
Εσύ πρέπει να κάνεις το άλμα, μόνο εσύ.

Εγώ? Εμένα τα πόδια μου είναι στο γύψο αυτή τη στιγμή, σόρι, άλλη φορά.

Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

όταν η καρδιά θέλει [να γράψεις] μα το μυαλό δεν μπορεί.

αστείο πράγμα η ζωή. εύθραυστη, αβέβαιη, μοναδική. δεν ξες ποτέ τι σου ξημερώνει. σε ζορίζει, σε πονάει, σε τραβολογάει, σε χτυπάει. και την άλλη μέρα σε σηκώνει, σου χαμογελάει, σου χαρίζεται. παραλογίζομαι και μόνο που σκέφτομαι το βάθος κάποιων πραγμάτων. παρανοώ, χαώνομαι. αστείο πράγμα. μια τεράστια πλάκα, μάλλον.

πάρτε με σε κάποια άλλη εποχή, σας ικετεύω.

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Βαμμένα κόκκινα μαλλιά, καζάνια, δάκρυα κι αμαρτίες.

Περνάς με το τρένο από την καθημερινή διαδρομή , την οικεία, κι εκεί που χαζεύεις από το παράθυρο τη γνωστή πια στο μάτι εγκαταλελειμμένη αλάνα, βλέπεις στη μέση της ένα παρατημένο αναπηρικό καροτσάκι. Δεν ήταν εκεί την περασμένη εβδομάδα. Και κάτι ακόμα. Το παρακεί αντίσκηνο κάποιου αστέγου που ΗΤΑΝ εκεί την περασμένη εβδομάδα, σήμερα στέκει διαλυμμένο, ηττημένο, ένα με τη γη.
Μπαμ! Δύο τόσο μικρά ερεθίσματα και το μυαλό σου ήδη τρέχει. Τι μπορεί να έχει συμβεί? Ποια φανταστική ιστορία μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτα τα απομεινάρια, ποιες πράξεις προδίδουν αυτά τα στοιχεία, σιωπηλά ένοχα μέσα στην αθώα και άψυχη ακινησία τους? Ποιοι άνθρωποι μπορεί να εμπλέκονται σε αυτό το παιχνίδι βίας και αγωνίας που έχεις στήσει στο μυαλό σου? ΤΙ άνθρωποι είναι αυτοί, που πλέκουν δαιδαλώδη, μυστηριακά μονοπάτια, ανακατώνοντας τις ζωές τους με τις ζωές κάποιοων άλλων? Κι εσύ? Η δική σου ζωή γιατί να είναι στην απ΄έξω? Δε κατάλαβα δηλαδή. Γιατί να μην είσαι κι εσύ μέσα σ' αυτό το καζάνι στιγμών, εμπειριών και συναισθημάτων?
Μεγάλος ο κόσμος, ε, ψηλάκι? Τόσα και τόσα περνούν και χάνονται στην σφαίρα της λήθης, απλά και μόνο επειδή βρίσκονται έξω από το οπτικό σου πεδίο, το μικρόκοσμό σου, μακριά από το δικό σου καζάνι που βράζει και κοχλάζει και μαίνεται με στιγμές, με δάκρυα και φάσματα. Σάμπως μπορείς να κάνεις και τίποτα γι' αυτό?
Καθείς στο καζάνι του, λοιπόν. Όπως του πρέπει. Σωστά? Μπααα.

Άκου με προσεκτικά. Είσαι στο καζάνι σου ωραία και καλά, ναι? Την αράζεις εκεί, τη βρίσκεις με τα δικά σου πράγματα και είσαι κομπλέ. Μα άκου λιγάκι κι εδώ. Αν βγάλεις λίγο τη μύτη σου έξω από το χείλος της χύτρας, αν ξεπροβάλλεις λιγουλάκι την χοντροκεφάλα σου, μόνο για μια στιγμή, τότε guess what. Ο αέρας θα σου φερει μυρωδιές από άλλα καζάνια, τα μάτια σου θα δουν πώς χορεύουν οι φλόγες κάτω από άλλες χύτρες, τα χείλη σου θα γευτούν την αρμύρα από δάκρυα αλλιώτικα από τα δικά σου, αλλιώτικα πικρά, αλλιώτικα ευτυχισμένα μα, πίστεψε με, το ίδιο ακριβώς αληθινά. Και αυτή η αλήθεια, καλό μου, κρύβει όλη τη μαγεία του ρημάδη τούτου κόσμου.
Τι είπες? Φοβάσαι να βγάλεις το κεφάλι έξω? Τι φοβάσαι βρε χαμίνι? Δε σου προσφέρει προστασία το καζάνι σου, εσύ την προσφέρεις σε αυτό. Το 'πιασες? Ωραία. Πάμε τώρα. Πάμε σου λέω, τελείωνε. Κεφάλι έξω, βαθιά ανάσα και φύγαμε. Με εμπιστεύεσαι?


Και η σουρρεαλιστική φράση της ημέρας: "Αρχίδια Αλαντίν, κι ο κόσμος σου απόθανε."
http://www.youtube.com/watch?v=sVxUUotm1P4

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

together we're invincible.

Λοιπόν. Κάπως τα έχω καταφέρει και ενώ από το παράθυρό μου συνήθως βλέπω μόνο μίζερες πολυκατοικίες, σήμερα έχω πετύχει το μικρό κομμάτι ουρανού που φιλοξενεί το φεγγάρι. Έχω λοιπόν la luna πρώτο πιάτο και γουστάρω ατελείωτα. Γιατί πάντα είχαμε ιδιαίτερη σχέση με την εν λόγω κυρία, της μιλάω και είναι στοιχείο του δικού μου χαρακτήρα να θεωρώ ότι μου απαντάει. Και άπαξ και το πιστεύω, τότε αυτόματα ισχύει κιόλας. Της κλείνω το μάτι, λοιπόν, και αρχινάω.

Πιστεύεις στη δύναμη της θέλησης? Και μη μου αρχίσεις τις κουταμάρες του τύπου "όταν θέλεις κάτι πολύ το σύμπαν συνωμοτεί υπέρ σου/συνωμοτεί εναντίον σου/κάνει την πάπια/κάνει 15 τούμπες και 3 κατακόρυφους" και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Εγώ ξέρω ότι όταν θέλεις κάτι πολύ και έχεις το μυαλό σου μέσα στο κεφάλι σου και τα ποδάρια σου να πατάνε γερά πάνω στη γη, τότε αυτό που θέλεις θα γίνει, τα πράγματα θα ρέουν καλώς, όλα θα είναι ρόδινα με αγάπες και λουλούδια, ξέρεις. Βάλε βέβαια μέσα και τον παράγοντα ότι θα είσαι πάντα εσύ, θα μένεις πάντα ο εαυτός σου που ξέρει τι θέλει και δεν παραλογίζεται και αλλάζει αυτό που είναι χάριν καταστάσεων. Διότι όταν μια χημεία δουλεύει και προχωράει στρωτά, αλλάζοντάς την όταν αλλάζουν οι συνθήκες αποσυντονίζεις τον εαυτό σου, αποσυντονίζεις τον άλλον και αποσυντονίζεις και το πολύ αγαπητό μας σύμπαν, το οποίο έτσι έχει μάθει τώρα, τι να κάνουμε, δε θα του τα αλλάξεις εσύ, κύριε!

Οπότε, αγαπητέ μου αναγνώστη, δώσε βάση: τα πράγματα είναι απλά. Θέλει θετική διάθεση, πίστη σε αυτό που προσπαθείς, χαμόγελα, γέλια, υπομονή, επιμονή και ομορφιά. Αυθορμητισμό και αληθινότητα. Ντάξει, δεν υπάρχει η λέξη, μη με σκοτίζεις. Κατάλαβες τι ήθελα να πω, όμως, έτσι δεν είναι?

Γιατί η μαγεία θέλει και προσμονή. Και η προσμονή κρύβει μαγεία. Μα είναι αλληλένδετα, δεν το βλέπεις?


Κυριακή, 16 Μαΐου 2010

but i'll never get used to not living next door to Alice.

Μπορείς να νικήσεις πολλά πράγματα σε αυτή τη ζωή. Γιατί αυτή η ζωή ακριβώς είναι μια συνεχόμενη μάχη, ένας αγώνας, μια αέναη ροή μικρών πολέμων. Μπορείς να είσαι δυνατός, να νιώθεις ανίκητος, να έχεις όλα τα φόντα για να κατακτήσεις τον κόσμο. Που στην ουσία βέβαια, δεν κατακτάς τον κόσμο ολάκερο, μα μοναχά τον κόσμο σου. Το δικό σου, ολόδικό σου μικρόκοσμο.

Υπάρχει όμως ένα πράγμα που δεν μπορείς να το νικήσεις. Αυτό είναι ο θάνατος. Δεν σου λέω ότι τον φοβάμαι, δεν ξέρω καν αν τον φοβάμαι, δεν έχω κάτσει ποτέ να το σκεφτώ στα σοβαρά, είμαι παιδί μικρό ακόμα. Όμως να που χτες το πρωί προσπέρασα στο δρόμο τυχαία τον Κώστα Βουτσά, παλαιό φίλο της λατρεμένης μου γιαγιάς, και οι αναμνήσεις αυτής με χτύπησαν σαν κεραυνός. Και εκεί είναι που σου δημιουγείται το αίσθημα της απόγνωσης, σε πιάνει απελπισία γιατί δεν υπάρχει ΤΙΠΟΤΑ που να μπορείς να κάνεις για να αντιστρέψεις το θάνατο. Δεν υπάρχει διέξοδος, δεν υπάρχει ανατροπή, δεν έχει παραθυράκια, πώς το λένε. Είναι αυτό. Το μεγάλο, κτηνώδες ίσως ΤΕΛΟΣ. Και δεν μπορείς να το συνηθίσεις ΠΟΤΕ.

Στεναχωρέθηκα, δε θα σου πω ψέμματα. Και όπως πάντα το προικισμένο μου μυαλό με οδήγησε αλυσιδωτά σε άλλες σκέψεις, που αφορούν τις σχέσεις των ανθρώπων, τα δεσίματα και τις εξαρτήσεις που επιτρέπουμε να δημιουργηθούν και στο κατα πόσο είναι σόφρων να το αφήνουμε να γίνεται αυτό. Κακή σκέψη. Κυνική, αναίσθητη, τρομακτική, θα τολμούσα να πω. Δεν μου αρέσει. Μα δεν μπορώ να την εμποδίσω.

Ζήστε, παίδες, ζήστε έντονα και αληθινά, γιατί... Δεν θα το πω. Ξέρετε τη συνέχεια. Δεν είναι πεσσιμισμός. Αυτογνωσία είναι. Χαμογελώ. Εις το επανιδείν.

http://www.youtube.com/watch?v=wcVLeUFW-AM

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

brain overload.

Σήμερα η πόλη με έπνιξε. Τα κτίρια με κυκλώσανε και μου ουρλιάζαν στο αυτί λόγια που αλήθεια δεν θέλεις να τα ακούσεις. Χόρευαν γύρω μου έναν χορό διαστροφικού θριάμβου κι εγώ στεκόμουν ανάμεσα, ανήμπορη να βρω μια διέξοδο.

Σήμερα το σώμα μου αρνούνταν να συνυπάρξει μαζί μου. Η ανάσα μου έδιωχνε τα τσιγάρα, μα εγώ μ'αυτό το ολόδικό μου μόρτικο πείσμα της τα επέβαλα. Κι εκείνη με τιμώρησε με μια σατανική ηδονή, φτύνοντας με μίσος το είναι μου κατάχαμα, πλάι σε πεσμένα φύλλα και σε σκουριασμένα κλειδιά που δεν βρήκαν ποτέ τη σωστή τους κλειδαριά.

Σήμερα οι αύρες με ρημάξανε. Γελούσαν στα μούτρα μου, σε ανοιχτή πολιορκία με τα θέλω μου, εκείνα τα θέλω που 'ναι σαν τα τριαντάφυλλα τα βαθυκόκκινα, τα πληγωμένα από αμείλικτα αγκάθια, που ίσως να 'ναι και τα ίδια τα δικά τους, στ' αλήθεια δεν ξέρω να σου πω.

Σήμερα ο κόσμος με πολέμησε και βγήκε νικητής.

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

κάρμα πολίς.

arrest this man.

έπρεπε να λυγίσει κάποτε το χαμίνι, έτσι δεν είναι?πάμε. για όλα όσα μου πέσαν κατακούτελα ξαφνικά κι αποβραδίς, ανήμερα στα υπέρτατα εξηκοστά γενέθλια του μπαμπά μου. και είναι πολλά, παίδες. όχι τα εξήντα του πατρός, μα αυτά που μου πέσαν κεραμίδα και με κάνουν να κουλουριάζομαι σε fetal position στο πάτωμα του σπιτιού μου δίπλα στην πόρτα και να καπνίζω φουγαρικά και δακρύβρεχτα με τον γαμημένο από την αρρώστια λαιμό μου. πάμε λέμε. [κλάμα mode on]

και το κορίτσι μου είναι μακριάά, πολύ μακριά, και το κορίτσι μου μου λείπει (δε ξέρω ποιο από τα δύο "μου" παίρνει τόνο, μάλλον το δεύτερο, αλλά δε τον βάζω όπως και να χει) και ναι, θα με πείτε λεσβία ή μάλλον κρυφολεσβία, αλλά ποσώς ενδιαφέρθηκα, παιδάκια μου, γιατί το κορίτσι μου κι εγώ έχουμε μια σχέση τόσο αληθινή που ακόμα κι όταν κάνουμε πλάκα ότι "θα τα φτιάξω με άλλη όσο λείπεις", εγώ πάλι άσχημα αισθάνομαι, γιατί το κορίτσι μου είναι ένα και μοναδικό στη ζωή μου, είσαι το κουτί με τα μυστικά μου, κύριε χάρη, είσαι το κομμάτι της ψυχής μου που μου το έσκασε και μπήκε μπάλωμα παράταιρο στη δική σου. και έλα να βάλουμε ένα στοίχημα για το πόσοι από αυτούς που θα διαβάσουν το κείμενο θα ψαρώσουν αρχικά με αυτό το "κύριε χάρη", γιατί μόνο εσύ κι εγώ και ο επονομαζόμενος το έχουμε ζήσει στην απόλυτη έκτασή του, μικρό μου τσιρτσίφι.

και κάπου εδώ φυσικά η έμπνευση τελειώνει, το mode γυρνάει και κλείνουμε την αγκύλη με [κλάμα mode off], αν και θα μπορούσα να είχα γράψει απλώς [κλάμα] και να το κλείσω με [/κλάμα], αλλά δε νομίζω ότι είναι επί της ουσίας και έχω μια αίσθηση ότι μακρηγορώ και παρεκκλίνω. αλλά η αλήθεια είναι ότι αλλιώς ξεκίνησε το κείμενο, άλλες λέξεις κι άλλα ονόματα παραμιλούσα μέσα στα αναφιλητά και τους λυγμούς της κλαφτικής μου παράκρουσης και για άλλον άνθρωπο κατέληξα να μιλάω. και αυτό μάλλον επιβεβαιώνει το πόιντ της προηγούμενης ανάρτησής μου που αφορά τη φιλία και τον έρωτα. end of story, δεν επεκτείνομαι.

εσείς οι έξι που θα το διαβάσετε (δεν είχα ποτέ την αυταπάτη ότι διαβάζομαι από περισσότερους, θα ήταν ουτοπικό, αναληθές και ψωνίστικο), do me the favour και μη με ρωτήσετε όταν με δείτε. ή μάλλον αν θέλετε ρωτήστε με, αλλά να ξέρετε ότι μπορεί και να μην σας απαντήσω. γιατί ο γιαλός όχι μόνο στραβός είναι, αλλά έχει φέρει τούμπα και έχει γυρίσει ανάποδα, κι άντε να γαντζωθείς εσύ από την άμμο μπας και κρατηθείς και δε πέσεις. πες μου, μπορείς?

άντε cheerioz.

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

~κι αυτό που κάνω ποιος σου το πε αδυναμία~

Τελικά ίσως τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά από όσο φανταζόμαστε ή από όσο εμείς οι ίδιοι τα περιπλέκουμε. Με ένα απλό, αληθινό κι ανθρώπινο "μου λείπεις, μου λείπει ο κολλητός μου, ο καλύτερός μου φίλος" έχεις ξεμπερδέψει. Γιατί ναι, μπορεί ο έρωτας να είναι το απόλυτο συναίσθημα, στο λέω εγώ που τον έχω βιώσει σε πολλές και διάφορες πτυχές που συνδυάζονται με πόνο, έκσταση, απελπισία ή ευτυχία, αλλά η αγνή και ουσιώδης φιλία μάλλον τελικά είναι ένα σκαλοπάτι πιο πάνω.
Δεν έχει νόημα, ρε. Δεν υπάρχει λόγος να χάσεις έναν άνθρωπο από τη ζωή σου επειδή δεν σου έκατσε ερωτικά. Όταν ο άλλος έχει τόσα πολλά πράγματα να σου δώσει σε επίπεδο φιλικό, θα το χαρακτήριζα τουλάχιστον αχαριστία να τον διαγράψεις και να μην τα δεχτείς λόγω ερωτικού εγωισμού. Και η στιγμή που θα το καταλάβεις αυτό έρχεται τελείως αναπάντεχα, πίστεψέ με, τελείως απρόσμενα, την ώρα που περπατάς στη διάβαση και ξαφνικά πετάγεται μέσα στο κεφάλι σου ένα μικροσκοπικό, χρωματιστό ανθρωπάκι και σου ουρλιάζει "ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ?"
Κι εσύ κάνεις μεταβολή επιτόπου, ξαναπερνάς τη διάβαση, οι άνθρωποι που σε κοιτάξανε στην καμάρα και σε ξαναβλέπουνε μέσα σε 2 λεπτά να πηγαίνεις στην αντίθετη κατεύθυνση σε θεωρούνε το λιγότερο τρελό, αλλά δε σου καίγεται καρφί, κι ας πολλές φορές αναρωτήθηκες για το πόσο γεμάτη και περίπλοκα υφασμένη ζωή μπορεί να έχει ο τυπάς με το χρυσό παπούτσι που περνά από δίπλα σου ή η κοπελίτσα με τα κόκκινα κοκκάλινα γυαλιά στο λεωφορείο ή ο μαν που την αράζει στα σκαλάκια στην καμάρα και πίνει μπύρες κοιτώντας το κενό. Δε σε νοιάζουν αυτή τη στιγμή, γιατί δεν είναι μέρος της δικής σου ζωής, εσύ έχεις βάλει πλώρη για να αντιμετωπίσεις έναν άνθρωπο που βρίσκεται όντως στη ζωή σου, και περπατώντας μικραίνεις την πρακτική απόσταση μεταξύ σας και σκεπτόμενος αυτά που θα του πεις σε λίγο ελαχιστοποιείς την τερατώδη απόσταση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσά σας νοητικά, λόγω παρεξηγήσεων, διαφορετικών "θέλω", έρωτα και αμηχανίας. Και ναι, μάγκα μου, η νοητική απόσταση είναι τρισχειρότερη από οποιαδήποτε απόσταση μπορεί να μετρηθεί σε χιλιόμετρα. Την έχει, πώς το λένε, της την λέει άσχημα.

Ρ. : μου λείπεις. μου λείπει ο κολλητός μου, ο καλύτερός μου φίλος.
Γ. : το είπα και στον Χ. , περνάω λούκι αυτόν τον καιρό.
Ρ. : δε μιλάω γενικά, μιλάω για εσένα κι εμένα και την αμηχανία που υπάρχει μεταξύ μας. και το γεγονός ότι ξέρω ότι περνάς λούκι και δεν είμαι εκεί για σένα με πληγώνει. μπορούμε να τραβήξουμε ένα τεράστιο χι στα πάντα και να γίνουμε πάλι οι καλύτεροι φίλοι του κόσμου?

*χαμόγελο, ανοιχτή αγκαλιά, η απόσταση εκμηδενίστηκε*

Γ. : άντε, πάμε να παίξουμε τώρα. (προ. άντρες. πεταμένα λεφτά.)

*αγκαλιά μαζί μέσα από την πόρτα, κι όλα τα πράγματα έλκονται από έναν τιτανοτεράστιο μαγνήτη για να μπουν στη σωστή τους θέση. όπως ήταν παλιά. όπως είναι το πρέπον.*

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Φταίνε τα τραγούδια, λέει. Φταίνε όμως?

Για αρχή πρέπει να ξεκαθαριστεί το εξής fact: Το συγκεκριμένο μπλογκί δημιουργήθηκε μέσα σε περίοδο ερωτικής αναστάτωσης και συνεπώς ψυχολογικής κατάρρευσης και φθοράς. Κατ' επέκτασιν, το πιθανότερο σενάριο είναι οι πρώτες τουλάχιστον αναρτήσεις να έχουν παρεμφερές σενάριο. Και για να σταματήσω τα πολύ εκλεπτυσμένα λόγια γιατί δε μου πάνε, όπως και να το κάνεις, οι αναρτήσεις κατά 99% θα είναι γεμάτες ζουζουνιές, κλαψομούνιασμα, θυμό, βρισίδια, απόγνωση, διαδικτυακές φωνές και κλάματα. Θα βγάζω το άχτι μου, ρε παιδί, αφού δε μπορώ να το βγάλω στον άλλον. Γιατί? Ε, γιατί ο συγκεκριμένος θα φρικάρει τόσο που θα φύγει κολυμπώντας για την Κούβα. Αντιληπτόν? Όμορφα. Ενιγουεη, ετούτο το παραγραφόνι ήταν ένας πρόλογος. Στο θέμα μας τώρα. Ασάπ.

Τα τραγούδια, λοιπόν.
Όταν είσαι ερωτευμένη όλα τα τραγούδια μιλάνε για εκείνον. Έλα τώρα που δεν το έχεις σκεφτεί ποτέ. Μπούρδες. Μέσα στο μικρό χαζό μας κεφάλι, που το σπουδαιότερο και συγχρόνως χειρότερο - πιο ψυχοφθόρο/κουραστικό/ψυχαναγκαστικό έργο που επιτελεί είναι η ρημάδα η ΣΚΕΨΗ, όλοι οι στίχοι μιλάνε για εκείνον. Ακόμα και το ελεεινότερο τραγούδι του Χατζηγιάννη, ακόμα και η πιο fail μπουζουκοσκυλιά της Κοκκίνου. Ακόμα και Σφακιανάκη θα ακούσεις και θα νταλκαδιάσεις και θα ταυτιστείς γιατί "βγάζει την ψυχή του ο μαν, ρε, το νιώθει το τραγούδι και το ζει." Όλα θα βρουν ένα τρόπο να τρυπώσουν στα στενά του μυαλού σου και να βρουν το σωστό δρόμο που οδηγεί στη σύνδεση με το πρόσωπο. Φαντάσου το μυαλό σου σαν ένα λαβύρινθο, με μια τεράστια πινακίδα στο κέντρο, με το όνομά της αγάπης σου γραμμένο με θεόρατα νέον κεφαλαία γράμματα που αναβοσβήνουν. Μπίνγκο, εδώ είμαστε. Α, και κάνε και μια τρελή μαντεψιά για το πόσα κιλά σκατά μπορεί να υπάρχουν στο λαβύρινθο μέχρι να φτάσει κανείς στο κέντρο. Α να γεια σου, τώρα καταλαβαινόμαστε.
Και καταλήγεις να μην μπορείς να ακούσεις ραδιόφωνο στο λεωφορείο, γιατί δε μπορεί, σίγουρα θα πέσεις πάνω στο "it must have been love", θα σιγομουρμουρίσεις με πάθος "ανόητες αγάπες, ανόητα φιλιά, λόγια λόγια λόγια ψεύτικα", θα συμπονέσεις και θα σου φύγει το δακράκι ακόμα και με το "bad romance" της lady gaga, το οποίο παρεμπιπτόντως κατ' εμέ είναι και γαμώ τα τραγούδια, αλλά δεν έχει να λέει αυτό.
Και διερωτώμαι εγώ, λοιπόν, το εξής: Γιατί το κάνουμε αυτό στον εαυτό μας? Γιατί τον αναγκάζουμε να πονάει, γιατί συνδυάζουμε τα πάντα με αυτόν που μας πονάει, αυτόν που μας παιδεύει, αυτόν που δεν έχουμε, αυτόν που είχαμε και χάσαμε, αυτόν που μας έριξε πιστόλα, αυτόν, αυτόν, αυτόν? Γιατί δε μπορούμε να ακούσουμε μουσική χωρίς να γίνουμε ένα με το πάτωμα, για να πρέπει μετά να έρθει η κολλητή μας στο σπίτι να μας μαζέψει με το κουταλάκι γιατί εμείς θα έχουμε γίνει μια άμορφη μάζα, πάντα πιστοί στο άσμα "καίγομαι και σιγολιώνω"?
Δεν βγάζω τον εαυτό μου στην απέξω. Αντιθέτως έχω πρωταγωνιστικό ρόλο στο θέατρο αυτό του παραλόγου και κρατάω με λυσσασμένο πείσμα τα ηνία. Και η αλήθεια είναι ότι έχω στο μυαλό μου δύο τρεις απαντήσεις στο ερώτημα που θέτω. Απλώς μου αρέσει να στοχάζομαι και να διερωτόμαι. Σε κάνει να φαίνεσαι πολύ κουλ και σκεπτόμενος. ΓΚΕΓΚΕ?

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Τι τίτλος με λες τώρα κι εσύ

Θέλεις να σου πω κάτι? Μετά από δυόμισι λίτρα μπύρα το πρώτο μα πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό να σου πω είναι το εξής: είσαι τόσο ερωτευμένος μαζί μου που δεν ξέρεις πώς να αντιδράσεις. Το υποσυνείδητό σου σου παίζει τρελά παιχνίδια, ψηλέ, κι εγώ είμαι τόσο μεθυσμένη που αύριο θα τσεκάρω τρέμοντας την ορθογραφία τούτης της ανάρτησης. Και ξες και κάτι άλλο? Να στο πω εγώ ρε μάγκα μου, μιας και μόνος σου βολεύεσαι με την εκδοχή του "σηκώνομαι από την καρέκλα μου, ανοίγω την πόρτα του μαγαζιού και φεύγω χωρίς μια γαμημένη κουβέντα, ένα ρημαδιασμένο καληνύχτα". Αυτό λοιπόν που ήθελα να σου πω ήδη το ξέχασα, αλλά το γεγονός αυτό είναι που κάνει τη συγκεκριμένη ανάρτηση όσο πιο αληθινή γίνεται. Γιατί σ'αγαπάω με όλο μου το είναι, και με όλους τους τρόπους που θα μπορούσες να αγαπηθείς, αλλά συγχρόνως με τσατίζεις και με εκνευρίζεις τόσο πολύ που θέλω να σου σπάσω το κεφάλι, ναι, είναι η φράση που χρησιμοποιώ πολύ συχνά για την πάρτη σου τον τελευταίο καιρό. Μπαϊ δε γουέη, η πάρτη γράφεται με ήτα, όχι με ύψιλον, άλλο πράγμα είναι η πάρτη και άλλο πράγμα το πάρτυ, λιβ γουιθ ιτ και ξεπεράστε το επιτέλους. Θέλω λοιπόν, επιστρέφοντας στο θέμα μας, να σου σπάσω το κεφάλι, γιατί δεν είναι αντίδραση ώριμου ανθρώπου αυτή που έχεις. Κανένας άνθρωπος δεν σηκώνεται, ανοίγει την πόρτα και φεύγει, το καταλαβαίνει αυτό το ξερό σου το κεφάλι? Ένας άνθρωπος που τρέφει καθαρά φιλικά αισθήματα για τον άλλον δεν αντιδρά έτσι φρικαρισμένα, δεν σηκώνεται να φεύγει, δεν εξαφανίζεται και στην τελική δεν υποκύπτει στον πειρασμό του ερωτικού. Το καταλαβαίνει αυτό το όμορφό σου κατ' εμέ το κεφαλάκι με τις αξιαγάπητες τσακίσεις στα μάτια όταν γελάς? Καταλαβαίνεις? Όχι, δεν καταλαβαίνεις, γιατί δεν θέλεις να καταλάβεις, φοβάσαι να καταλάβεις, φοβάσαι να παραδεχτείς. Και κατά βάση φοβάσαι να νιώσεις, φοβάσαι να αισθανθείς, να αφεθείς. Με το ζόρι κρατιέμαι να μην αρχίσω να γράφω κεφαλαία και να φωνάζω ιντερνετικά, αλλά ας κρατήσουμε, λέγω ένα επίπεδο, ας διατηρήσουμε εμείς την ψυχραιμία μας, αφού τα αρσενικά αυτού του έρημου πλανήτη μοιάζουν ανήμπορα να το κάνουν. Και στην τελική, ρε ψηλέ, να σου πω και κάτι ακόμα? Εγώ την έφαγα την παντόφλα από εσένα, εγώ θα έπρεπε να αντιδρώ φρικαρισμένα, ή να χρειάζομαι το χρόνο μου, ή να νιώθω την ανάγκη να ανοίγω την πόρτα και να φεύγω ή δε ξέρω κι εγώ τι άλλο. Πότε αντιστράφηαν οι ρόλοι και το χαμίνι δε το πήρε πρέφα? Συγκεντρώσου, καμάρι μου, γιατί δε μας βλέπω καλά. Α, και ένα πράγμα τελευταίο, ακόμα. Όταν θα σε κολλήσω στον τοίχο και θα νιώσεις την αύρα μου σε απόσταση χιλιοστών από τα χείλη σου, μετά έλα να μου πεις ότι η καρδιά σου δεν έγινε ραλίστας. Σε έχω νιώσει αγοράκι, αυτή η καργιολίτσα η καρδιά όλα τα προδίδει. Θυμήσου Φλεβάρη. Άντε και καληνύχτα σου, που θα μου το παίξεις μάγκας και κουλαρισμένος. Δεν αντέχεις ρε ψηλέ μακριά μου, κατάλαβέ το επιτέλους.

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Αυτή που δεν θέλησα ποτέ να γίνω.

Σήμερα σκότωσα ένα τριαντάφυλλο. Το χτύπησα με την παλάμη μου μέχρι να του πέσουν όλα τα πέταλα κι έπειτα τα μάζεψα και τα έβαλα σε ένα ποτηράκι, έχοντας ένα αίσθημα διαστροφικής ικανοποίησης. Δεν ξέρω πώς και γιατί το έκανα, ξέρω μόνο ότι μέχρι ένα δευτερόλεπτο πριν τη στυγνή έκρηξη οργής προς αυτό προσπαθούσα να το στερεώσω στα μαλλιά μου, να προσδώσω μια έξτρα λεπτομέρεια ομορφιάς στην εικόνα μου. Μόνο όταν κοίταξα το χέρι μου και είδα το κοκκινάδι που είχε μείνει στην παλάμη μου, σαν αίμα από τα πέταλα που χτύπησα με μίσος και μανία, μόνο τότε ένιωσα κάπως. Ένιωσα πως σκότωσα κάτι, πως κατακρεούργησα κάτι ωραίο, αισθάνθηκα σαν δολοφόνος των μικρών, όμορφων πραγμάτων. Και ταυτόχρονα ένιωσα πως μέσα μου έχει πεθάνει κάθε ιδέα περί ρομαντισμού, κάθε υπόνοια ύπαρξης του αληθινού, πηγαίου και ειλικρινούς έρωτα. Αισθάνθηκα πως κάθε μου ελπίδα όχι απλώς έχει πεθάνει, αλλά έχει δολοφονηθεί στυγνά και βασανιστικά από αλλεπάλληλα χτυπήματα, συνεχείς απογοητεύσεις, ατέρμονες θλίψεις.

"Ταξίδι επιδιόρθωσης" το είπες? Άντε, να το πάμε να δούμε. reboot.