-Θολά. Χαστούκια να μου σκάσεις θα μου μοιάζουν φιλιά.
Και τι να κάνεις, δα, όταν είσαι μοναχά 22? Να μην πας όπου σε παίρνει το ρέμα? Να μην πας με την καρδιά? Να μην κάνεις όπως νιώθεις, κι ας ξέρεις ότι αυτό σε υποβιβάζει?
Να μην πας, είναι η σωστή απάντηση. Μα ποιος δεν πήγε, γαμώ το στανιό μου, στα 22 του?
Ποιος γαμώ?
Ακόμα με επεξεργάζομαι, συμπαθάτε με. Ιδέα δεν έχω τι μου γίνεται.
Φαντάσου τις σκέψεις σου σαν μικρά τετράγωνα χαρτάκια κομμένα από σχολικό τετράδιο. Από τετράδιο με μαύρες οριζόντιες γραμμές, όπου κάθε σκέψη σου είναι γραμμένη με όμορφα γράμματα, αυτοτελής και περιεκτική.
Τώρα φαντάσου ότι τα χαρτάκια αυτά βρίσκονται μέσα σε μια δίνη αέρος. Στροβιλίζονται και χορεύουν, πετούν δεξιά κι αριστερά σε αέναη κίνηση. Κι εσύ στέκεσαι από πάνω και προσπαθείς να τα πιάσεις με τα ακροδάχτυλά σου. Δεν κάνει να τα γραπώσεις, δεν πρέπει να τσαλακωθούν. Πρέπει να τα πιάσεις απαλά με τις άκρες των δαχτύλων σου, σχεδόν σαν να τα χαϊδεύεις.
Δεν χρειάζεται καν να τα πιάσεις όλα, ένα αρκεί. Μία σκέψη είναι προς το παρόν αρκετή, μια σκέψη οδηγός που θα σε καθησυχάσει και θα σου δείξει την αρχή του μονοπατιού, θα σε διαβεβαιώσει ότι ξέρεις πού πηγαίνεις.
Μα τα χαρτάκια όλο πετούν, γυροφέρνουν περιπαικτικά γύρω από το κεφάλι σου κι ακόμα δεν μπορείς να τα πιάσεις. Μπορείς κάπου κάπου να διαβάσεις λιγάκι από το τί γράφουν, καθώς έρχονται κοντά στα μάτια σου ίσαμε για ένα λεπτό, ίσαμε να ξεχωρίσεις δυό λέξεις και την αρχή μιας πρότασης κι έπειτα χάνονται ξανά. Και μένεις με τη γενική ιδέα, με αδόμητες και παράταιρες σκέψεις που σου ταλανίζουν το μυαλό.
Θα ησυχάσει η δίνη κάποια στιγμή, δεν μπορεί. Έτσι δεν είναι?
ps: Tο ότι ξέρω πως απόψε δεν θα χτυπήσεις την πόρτα μου δεν σημαίνει ότι παύω να ελπίζω και να εύχομαι να το κάνεις. O ρομαντισμός είναι γαντζωμένος στην ψυχή μου, κρατιέται με νύχια και με δόντια, όσο κι αν έχω προσπαθήσει να τον διώξω. Εκεί ο ρημάδης, εκεί ό,τι και να γίνει. Κι ας μην έχει, σκεπτικοί και δύσπιστοι φίλοι μου, ο έρωτας καμία σχέση με όλο αυτό.
Δώσε της αγάπη. Θα σου δώσει τα πάντα. Δώσε της σκοτάδι. Θα ανάψει κεριά. Κι ένα τσιγάρο. Για την πάρτη της και μόνο. Γιατί μπορεί και μόνη της. Κι ας μπορεί καλύτερα με άλλους. Κι ας είναι οι άνθρωποί της το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή της. Μπορεί και μόνη, γιατί τους κρατάει μέσα της. Σε ένα ζεστό σημείο πλάι στην καρδιά της. Και είναι πάντα εκεί. Κι αυτοί που είναι κοντά, κι αυτοί που είναι μακριά, κι αυτοί που είναι τόσο μακριά που δεν θα ξανάρθουν πια. Όσο ζει αυτή, ζουν κι εκείνοι. Ζουν στα χαμόγελά της, ζουν στα μάτια της που προδίδουν το πότε είναι χαρούμενη, πότε είναι λυπημένη, πότε είναι ερωτευμένη. Ζουν στην αφή της, στα ψηλαφίσματα του κόσμου της, του μικροσκοπικού και πελώριου συνάμα. Στις ρουφηξιές απ΄το τσιγάρο της, στα γυμνά της πόδια που δροσίζονται αυτή τη στιγμή πλάι στο ανοιχτό παράθυρο. Στους στίχους που αγαπάει, στη φωνή της που τραγουδάει, στο εκστατικό της χαμόγελο όταν περιφέρεται ανάμεσα σε βιβλία. Αυτός είναι άλλωστε ο κόσμος της. Καρτ-ποστάλ και μουσικές, τσιγάρα, σκέψεις και βιβλία. Αγάπη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, σκόρπια γραπτά μουτζουρωμένα σε μικρά τετραδιάκια και παράταιρες κόλλες χαρτί. Δεν θέλει να σου πει πολλά. Δεν ξέρει δα και πολλά για να σου πει, είναι παιδί ακόμα. Ακόμα μαθαίνει να αγγίζει, ακόμα μαθαίνει να γελάει, ακόμα χάνεται σε ένα όμορφο βράδυ και στις μυρωδιές και τα τριξίματα ενός παλιού ξύλινου σπιτιού. Θέλει να μεγαλώσει, και δεν θέλει. Διψά να αντιμετωπίσει τον εαυτό της, να τον καθίσει απέναντι και να τα πούνε. Μα ίσως είναι νωρίς ακόμα. Τα βιολιά ακόμα παίζουν και ποτέ δεν διακόπτεις ένα κομμάτι μουσικής. Αφήνεται λοιπόν και πετά πάνω από θάλασσες, μουσκεύεται σε βροχές, πίνει, χορεύει και μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Θα φτάσει κάποτε, δεν μπορεί. Σας καληνυχτεί.
Πρέπει να είσαι πιο δυνατή από αυτό. Η ζωή συνεχίζεται, το έχουμε ξαναπεί, το τέλος του κόσμου είναι μακριά ακόμα, ή τουλάχιστον σίγουρα δεν είναι αυτό. Σε πονάει η αδιαφορία, το ξέρω, σε πληγώνει ο σταρχιδισμός κι ακόμα ίσως δεν μπορείς να το πιστέψεις, μα χώνεψέ το, κοριτσάκι, οι άνθρωποι συχνά θα σε απογοητεύουν. Μέριασε το παράπονο και φόρτσα τα πανιά ξανά.
Κι ας είναι άδικο, κι ας μη μπορείς να σταματήσεις να σκέφτεσαι το αν μαζί της θα στεριώσει, αν θα τον καταφέρει, τι είναι αυτό που κάνει τις άλλες να τους κρατάνε κι εσένα όχι. Κι ας θέλεις να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, κι ας θέλεις να γρατζουνιστείς και να ματώσεις, κι ας θέλεις να κάνεις κι άλλα πολλά που δεν θα αναφέρω, γιατί θα σε πούνε μανιοκαταθλιπτική και θα τρομάξουν, κοριτσάκι, κρίμα είναι τα παιδιά.
Κι ας θέλεις πάνω από όλα να πας ΣΠΙΤΙ. Στο σπίτι σου, στους ανθρώπους σου, στον αέρα που μυρίζει και τον αναγνωρίζεις, στο οικείο και το ασφαλές. Μα δεν είναι έτσι, πιτσιρίκα. Η φυγή δεν είναι του χαρακτήρα σου. Η έξοδος ναι, με το κεφάλι πάντα ψηλά. Μα όχι η φυγή. Σε αηδιάζει, είναι δειλεία κι εσύ δεν φτιάχτηκες για δραπέτης. Με κουτουλίδια στα εμπόδια θα ισιώσουμε ξανά, υπέροχε εαυτέ μου, στο υπογράφω.
Δως μου τα πατήματα, γιατί είμαι μικρή ακόμα και δεν ξέρω καθόλου πού πηγαίνω. Δεν έχω τρόπο να μάθω, μονάχα ζω στα ψηλαφιστά, οι λέξεις μου φεύγουν και γράφονται μόνες τους και αγαπιούνται από εμένα κι από τη ζωή μου την ίδια. Τα μάτια μου είναι δεμένα εξ επιλογής και κουτουλάω, σέρνομαι και χτυπώ στους τοίχους μέχρι να βρω το δρόμο μου. Γιατί έτσι έχω μάθει, να μην ζητώ βοήθεια για να ζήσω, μονάχα να αφήνω τη ροή των πραγμάτων να με συνεπαίρνει και να με ξεβράζει σε διαπιστώσεις και σε εκ των υστέρων αναλογισμούς και συμπεράσματα. Το μέρος μου είναι εδώ, είναι προσωρινό και αναλώσιμο, μα ποτέ δεν το ένιωσα πιο αληθινό, πιο καίριο και απτό. Η ζωή μυρίζει, την ακουμπώ και την νιώθω με όλες μου τις αισθήσεις. Κι ας συνεχίζω να ζω με επιφυλάξεις, κι ας κρατάω τις άμυνές μου και το μυαλό μου στη θέση του. Ακόμα κι έτσι, η αλήθεια είναι ότι όλο μου το είναι εκρήγνυται και σφύζει από ζωή και αίσθηση. Κι ας είμαι ακόμα μικρή και αδαής. Ευγνωμωνώ τη ζωή.
Χωρίς παρακινδυνευμένα λόγια, μεγάλες γενικεύσεις και τρανταχτές δηλώσεις, και γενικότερα χωρίς πολλά πολλά γιατί τελικά ίσως ο μετρημένος και λιγομίλητος άνθρωπος είναι και ο πιο σοφός, καθώς σιωπεί, αναμασά τις σκέψεις του και τις δρομολογεί, τις αφήνει να ωριμάσουν και τις φέρνει βόλτα στο κεφάλι του πάνω κάτω και πάνω κάτω και πάνω κάτω μέχρι να μεστώσουν. Χωρίς, λοιπόν, πολλά στα περαιτέρω, ακολουθεί η παρακάτω διαπίστωσις, που στην τελική μπορεί να αποδειχθεί κι αυτή μια μπούρδα και μισή, καθώς, φίλτατοι, 21 χρονών είμαστε και κάτι ψιλάδια, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ξέρουμε τι μας γίνεται?
Διαπίστωσις χαμινιού #1:
Τhere was some stuff Ι should have seen, but I pretended not to see. Now all I can see is what could have been, had I not pretended not to see what was there for me to see.